Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Η ατυχής αυτοκρατορία. Του Τζορτζ Σόρος


Είναι πια σαφές πως βασική αιτία της κρίσης του ευρώ είναι που τα κράτη-μέλη παρέδωσαν στην «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) το αποκλειστικό δικαίωμα να τυπώνει χρήματα. Δεν συνειδητοποίησαν τι ακριβώς σήμαινε η εκχώρηση αυτού του δικαιώματος. Ούτε αυτά, ούτε οι ευρωπαϊκές αρχές. (Άρθρο του Τζορτζ Σόρος στο ....
project-syndicate)



Όταν εισήχθη το ευρώ, οι τράπεζες επέτρεψαν στις τράπεζες να αγοράζουν απεριόριστα ποσά κρατικών ομολόγων χωρίς να ζητούν την παραμικρή εγγύηση, ενώ η ΕΚΤ θεωρούσε ισότιμα τα ομόλογα όλων των κρατών-μελών της ευρωζώνης. Οι εμπορικές τράπεζες θεώρησαν πως τις συνέφερε να αγοράζουν ομόλογα των πιο αδύναμων κρατών-μελών της ευρωζώνης προκειμένου να κερδίσουν κάποιες υποδιαιρέσεις της μονάδας παραπάνω, πράγμα που με τη σειρά του οδήγησε σε σύγκλιση τα επιτόκια δανεισμού όλων των κρατών-μελών. Η Γερμανία, που αντιμετώπιζε τις προκλήσεις της επανένωσής της, εφάρμοσε γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές που ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητά της. Μερικοί εταίροι της από την άλλη μεριά επέλεξαν να αξιοποιήσουν τη διάθεση φθηνών δανεικών προκειμένου να απολαύσουν την «έκρηξη» της κατανάλωσης και των ακινήτων, παρά τις βαριές τους απώλειες στον τομέα της ανταγωνιστικότητας.

Κι ύστερα ήρθε η συντριβή του 2008.Οι κυβερνήσεις χρειάστηκε να ενισχύσουν τις τράπεζες. Μερικές βρέθηκαν υπερχρεωμένες σαν τριτοκοσμικές χώρες, σε ένα νόμισμα μάλιστα που δεν ήλεγχαν. Αντανακλώντας τον διχασμό της Ευρώπης όσον αφορά τις οικονομικές της επιδόσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) διαιρέθηκε σε χώρες δανειστές και οφειλέτες.

Όταν οι χρηματαγορές ανακάλυψαν πως τα υποτιθέμενα ασφαλή κρατικά τους ομόλογα τελικά μπορεί να μην ήταν αξιόχρεα, ανέβασαν στα ύψη τα επιτόκια δανεισμού τους. Αυτό κατέστησε μη-βιώσιμες πολλές εμπορικές τράπεζες, οδηγώντας την Ευρώπη σε διπλή κρίση, τραπεζική και δημοσιονομική.

Η ευρωζώνη τώρα επαναλαμβάνει το πώς διαχειρίστηκε το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα ανάλογες κρίσεις το 1982 και ξανά το 1997. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για να προστατεύσει το κέντρο, η διεθνής κοινότητα επέβαλε αυστηρή λιτότητα στην περιφέρεια· σήμερα η Γερμανία παίζει με επιπολαιότητα τον ίδιο ρόλο.

Υπάρχουν διαφορές στις λεπτομέρειες, αλλά η κεντρική ιδέα είναι πανομοιότυπη: οι δανειστές μεταφέρουν ολόκληρο το βάρος της αναγκαίας διόρθωσης στους οφειλέτες, με το «κέντρο» να αρνείται να αναλάβει κάθε ευθύνη για τις ανισορροπίες. Είναι από την άποψη αυτή ενδιαφέρον πόσο ήσυχα καθιερώθηκε η χρήση των όρων «κέντρο» και «περιφέρεια». Κι όμως, στην κρίση του ευρώ, οι ευθύνες του κέντρου είναι ακόμα μεγαλύτερες από ότι σε εκείνες του 1982 και του 1997: αφού σχεδίασε ένα ελαττωματικό νομισματικό σύστημα, απέτυχε να διορθώσει τις ατέλειές του. Η δεκαετία του 1980 θεωρήθηκε «χαμένη» για τη λατινική Αμερική· ανάλογη είναι η μοίρα που περιμένει την Ευρώπη.

Όταν ξεκίνησε η κρίση, η διάλυση της ευρωζώνης ήταν αδιανόητη: τα ενεργητικά και οι εγγυήσεις στο κοινό νόμισμα ήταν τόσο αλληλένδετες που κάθε διάσπαση της ευρωζώνης θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτη κατάρρευση όλων των οικονομιών της. Καθώς όμως η κρίση προχωρούσε, το οικονομικό σύστημα οχυρώθηκε σε μεγάλο βαθμό πίσω από τις εθνικά του σύνορα. Τους τελευταίους μήνες, αυτή η τάση κλιμακώθηκε. Η μακρόχρονη επιχείρηση αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ βοήθησε τις ιταλικές και τις ισπανικές τράπεζες να εξαγοράζουν τα ομόλογα των κρατών τους, επωφελούμενες από τα γενναιόδωρα επιτόκια. Παράλληλα οι τράπεζες προτίμησαν να ξεφορτώνονται τα στοιχεία του ενεργητικού τους που βρίσκονταν στο εξωτερικό και οι διαχειριστές κρίσεώς τους επέλεξαν να προσπαθούν να ισοσκελίσουν τα ενεργητικά και τα παθητικά τους εντός των συνόρων τους, αντί σε ολόκληρη την ευρωζώνη.

Αν η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν για μερικά χρόνια ακόμα, η διάλυση της ευρωζώνης θα μπορούσε να γίνει χωρίς μείζονες συνέπειες. Σε μια τέτοια περίπτωση βέβαια, οι χώρες δανειστές θα είχαν μεγάλες δυσκολίες να συλλέξουν τα πελώρια δάνειά τους προς τους οφειλέτες τους. Στο πλαίσιο του «στόχου 2», στις 30 Απριλίου οι απαιτήσεις της «μπούντεσμπανκ» από τις κεντρικές τράπεζες των περιφερειακών κρατών έφταναν τα 644 δις ευρώ, ποσό που αυξάνει εκθετικά.

Κι έτσι, η κρίση συνεχίζεται. Οι πιέσεις των χρηματαγορών κλιμακώνονται καθημερινά. Το πιο δηλωτικό είναι πως το Ηνωμένο Βασίλειο, που διατήρησε το εθνικό του νόμισμα απολαμβάνει τα χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού στην ιστορίας του, ενώ εκείνο της Ισπανίας σπάει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο.

Στην ευρωζώνη η πραγματική οικονομία συρρικνώνεται, ενώ στη Γερμανία ανθεί. Αυτό σημαίνει πως το χάσμα εντός ευρωζώνης μεγαλώνει. Η πολιτική και κοινωνική δυναμική επίσης ευνοεί την αποσύνθεση: η κοινή γνώμη, όπως εκφράστηκε στις πρόσφατες εκλογές, εναντιώνεται ολοένα και περισσότερο στη λιτότητα, κι αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί ως ότου καταφέρει να ανατρέψει αυτήν την πολιτική. Κάτι πρέπει να αλλάξει.

Κατά τη γνώμη μου οι αρχές έχουν ακόμα ένα παράθυρο τριών μηνών για να διορθώσουν τα λάθη τους και να αντιστρέψουν τις σημερινές τάσεις. Κάτι τέτοιο θα απαιτήσει ορισμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης για να επιτευχθεί κάποια εξομάλυνση, που όμως να είναι συμβατά με τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές συνθήκες, ώστε να ηρεμήσουν τα πράγματα και να μην ξαναρχίσουν οι κλυδωνισμοί.

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο να εντοπιστούν ορισμένα παρόμοια έκτακτα μέτρα που να ικανοποιούν αυτά τα προαπαιτούμενα, και που θα αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα το πρόβλημα της υπερχρέωσης χωρίς να παραλείπουν να μειώνουν το χάσμα όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα.

Η ευρωζώνη χρειάζεται τραπεζική ενότητα: ένα σχήμα εγγύησης των καταθέσεων ούτως ώστε να σταματήσει η φυγή κεφαλαίων, χρειάζεται μια ευρωπαϊκή πηγή κεφαλαιοποίησης των τραπεζών, μια πανευρωπαϊκή αρχή οικονομικής εποπτείας και ρύθμισης. Οι βαριά υπερχρεωμένες χώρες χρειάζονται ανακούφιση από το άχθος του χρέους τους. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συμβεί αυτό -και όλοι προϋποθέτουν την ενεργή ανάμειξη της Γερμανίας.

Κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα: οι γερμανικές αρχές προετοιμάζονται πυρετωδώς για να προλάβουν να προσέρθουν στην επόμενη σύνοδο της ΕΕ στα τέλη Ιουνίου με μια δέσμη προτάσεων, αλλά όλα τα μηνύματα δείχνουν πως τα εμπλεκόμενα μέρη το πολύ-πολύ να καταλήξουν σε μια συμφωνία στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, πράγμα που θα προσφέρει, για μια ακόμα φορά, μόνο προσωρινή ανακούφιση.

Αλλά βρισκόμαστε όλοι σε ένα σημείο καμπής. Η ελληνική κρίση φαίνεται πως θα κορυφωθεί το φθινόπωρο, ακόμα κι αν οι εκλογές δώσουν μια κυβέρνηση πρόθυμη να εφαρμόσει την ισχύουσα συμφωνία της Ελλάδας με τους πιστωτές της. Ως τότε, η γερμανική κυβέρνηση θα είναι επίσης εξασθενημένη, και θα έχει καταστεί δυσχερέστερο για την 'Ανγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) να πείσει τους Γερμανούς να αποδεχθούν επιπρόσθετες ευρωπαϊκές ευθύνες.

Αν δε συμβεί κάποιο ατύχημα ανάλογο με τη χρεοκοπία της «Λέμαν μπράδερς», η Γερμανία κατά πάσα πιθανότητα θα κάνει ό,τι πρέπει για να κρατήσει όρθιο το ευρώ, αλλά η ΕΕ θα μετατραπεί σε κάτι πολύ διαφορετικό από την ανοικτή κοινωνία που κάποτε εξήπτε την λαϊκή φαντασία. Η διάκριση μεταξύ πιστωτών και οφειλετών κρατών-μελών θα παγιωθεί. Η Γερμανία θα κυριαρχήσει και η περιφέρεια θα μετατραπεί σε μια θλιβερή ακτογραμμή.

Αυτό αναπόφευκτα θα καλλιεργήσει δυσπιστία όσον αφορά το ρόλο της Γερμανίας στην Ευρώπη, αν και κάθε παραλληλισμός με το παρελθόν της είναι εντελώς ανάρμοστος. Η σημερινή κατάσταση δεν οφείλεται στην ύπαρξη κάποιου σχεδίου, αλλά μάλλον στην απουσία του. Πρόκειται για μια τραγωδία πολιτικών λαθών. Η Γερμανία είναι μια καλά λειτουργούσα δημοκρατία και η συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών τάσσονται υπέρ της ανοικτής κοινωνίας. Όταν ο γερμανικός λαός συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις της σημερινής κατάστασης -πράγμα που ας ελπίσουμε πως δεν θα γίνει πολύ αργά- θα θελήσει να διορθώσει τον ελαττωματικό σχεδιασμό του ευρώ.

Το τι χρειάζεται, είναι σαφές: μια ευρωπαϊκή αρχή οικονομικής πολιτικής, που θα θέλει και θα μπορεί να μειώσει το χρέος της περιφέρειας, αλλά και τραπεζική ενότητα. Η ανακούφιση από το άχθος του χρέους μπορεί να πάρει πολλές ακόμα μορφές πέραν των ευρωομολόγων, και θα οριοθετείται από τη μακρόχρονη τιθάσευση των οφειλετών από το δημοσιονομικό σύμφωνο. Η απόσυρση του συνόλου ή μέρους της οικονομικής βοήθειας, θα είναι πανίσχυρο όπλο ενάντια στην οικονομική ανευθυνότητα των οφειλετών κρατών-μελών. Εναπόκειται πια στη Γερμανία να αναλάβει τις ευθύνες που της ανέθεσαν οι ίδιες οι επιτυχίες της.

 RAMNOUSIA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου